διαρρήκτης

διαρρήκτης, ου, ,
A plotter, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαρρήκτης — ο 1. αυτός που κάνει διάρρηξη 2. αυτός που παραβιάζει κλειδαριές για να κλέψει …   Dictionary of Greek

  • διαρρήκτης — ο αυτός που παραβιάζει βίαια χώρο, για να κλέψει: Συνέλαβαν τους διαρρήκτες την ώρα της κλοπής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαρρήκτας — διαρρήκτᾱς , διαρρήκτης plotter masc acc pl διαρρήκτᾱς , διαρρήκτης plotter masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επανοίκτης — ἐπανοίκτης και ἐπανοίκτωρ, ο (Μ) αυτός που ανοίγει βιαίως κάτι, ο διαρρήκτης …   Dictionary of Greek

  • κλεπτοσπίτης — κλεπτοσπίτης, ὁ (Μ) κλέφτης, διαρρήκτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλέπτω + σπίτης (< σπίτι), πρβλ. ερημο σπίτης, χαλασοσπίτης] …   Dictionary of Greek

  • παρασχιστής — και παρασχίστης, ὁ, Α [παρασχίζω] 1. αυτός που σχίζει από τα πλάγια ή κατά μήκος τα σώματα για να τά ταριχεύσει 2. ο ακρωτηριαστής 3. διαρρήκτης, κλέφτης που κάνει διάρρηξη θύρας …   Dictionary of Greek

  • ροκάνας — ο, Ν [ροκάνι] επιδέξιος διαρρήκτης …   Dictionary of Greek

  • τοιχωρύχος — ο, ΝΑ 1. αυτός που εισέρχεται παράνομα σε ένα κτήριο διατρυπώντας τους τοίχους 2. συνεκδ. διαρρήκτης, λωποδύτης αρχ. ως επίθ. (για πράγμ.) άθλιος, ελεεινός («τοιχωρύχον λαγύνιον», Δίφιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < τοῖχος + ωρύχος (< ὀρύσσω «σκάβω»), πρβλ …   Dictionary of Greek

  • Μάνσφιλντ, Τζέιν — (Jayne Mansfield, Πενσιλβάνια 1933 – Νέα Ορλεάνη 1967). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Αμερικανίδας ηθοποιού Βέρα Τζέιν Πάλμερ (Vera Jayne Palmer). Ήταν κόρη ενός δικηγόρου ο οποίος πέθανε όταν εκείνη ήταν 6 χρόνων και στη συνέχεια η μητέρα της… …   Dictionary of Greek

  • θίγω — έθιξα, θίχτηκα, θιγμένος 1. εγγίζω, βάζω χέρι κάπου: Ο διαρρήκτης δεν έθιξε τα κοσμήματα. 2. προσεγγίζω, πλησιάζω: Αυτό θίγει τα όρια της βλακείας. 3. γεύομαι, δοκιμάζω: Ο άρρωστος δεν έθιξε τίποτε από όσα του έφεραν να φάει. 4. προσβάλλω: Τι του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φιλοξενώ — φιλοξένησα, φιλοξενήθηκα, φιλοξενημένος, μτβ. 1. περιποιούμαι ξένους και μάλιστα σπίτι μου, φιλεύω. 2. προσφέρω σε κάποιον άσυλο, καταφύγιο, τόπο διαμονής δωρεάν: Στην Κατοχή οι Έλληνες φιλοξενούσαν Άγγλους. 3. κρατώ έγκλειστο σε κρατητήριο ή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.